ΟΛΥΜΠΟΣ ΚΑΡΠΑΘΟΥ ΒΡΟΥΚΟΥΝΤΑ. το πανηγύρι του Αγ Γιάννη του Προδρόμου.

Written by on 28/08/2021

Την Κάρπαθο δεν τη διαλέξαμε γιατί είχαμε κάνει κάποιο τάμα Θρησκευτικό Ούτε βέβαια για τουριστική και μόνο επίσκεψη, η επίσκεψη έχει ένα διαφορετικό χαρακτήρα θέλαμε να δούμε τις αρχέγονες παραδοσιακές συμπεριφορές και τα πανηγύρια αυτού του Δωδεκανήσιου απόμακρου νησιού, μία κοινωνία που ζει απομονωμένη λες και βρίσκεται σε ένα προηγούμενο αιώνα, έτσι διαλέξαμε αυτό το απόμακρο σημείο της Καρπάθου, όχι τη χώρα, όχι το κέντρο, όχι την πόλη, αλλά την απόμακρη Έλυμπο όπως τη λένε οι ντόπιοι, με το επίνειο της το Διαφάνη, στις 28 Αυγούστου γίνεται ένα πανηγύρι το πανηγύρι του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, αυτό το πανηγύρι θα το επισκεφτούμε, θα το παρακολουθήσουμε, θα δούμε πώς γίνεται, τη συμπεριφορά των ντόπιων, θα διανυκτερεύσουμε μαζί τους ,θα φάμε το φαγητό που θα μαγειρέψουν ολονυχτίς, θα παρακολουθούμε τα διονυσιακά δρώμενα που κατάγονται από αρχαιοτάτων χρόνων, γιατί είναι τελείως διαφορετικό το Ολυμπίτικο πανηγύρι από όλα τα άλλα πανηγύρια που ξέρουμε του Αιγαίου και όλου του ελλαδικού χώρου.
                                                                                               Λίγη ιστορία
Όλα ξεκίνησαν από ένα μικρό νησάκι δίπλα ακριβώς στην Κάρπαθο ονόματι Σαρία, εκεί είχαν τους πύργους τους οι βυζαντινοί και τα κτήματά τους, έδαφος έφορο και καμπίσιο, εκείνη την μακρινή εποχή οι κουρσάροι και οι επιθέσεις από τους Σαρακηνούς ατελείωτες, έτσι αποφάσισαν να μετακινηθούν σε ποιο απόκρημνα και δυσπρόσιτα μέρη για να γλιτώσουν από τις επιθέσεις τους, έτσι επιλέχθηκε η θέση της Ολύμπου για να κατοικήσουν, μία και παρείχε προστασία και ασφάλεια από τούς Σαρακηνούς, εκεί αρχίζει μια τιτάνια προσπάθεια να βρουν χώρο για να καλλιεργήσουν, μία ατελείωτη μάχη με την πέτρα με τα βουνά και τις ρεματιές, και τα βουνά τα Κάρπαθο είναι ατελείωτα, και έκαναν όλες τις πλαγιές να καρπίσουν να βλαστήσουν, παντού ξερολιθιά παντού μάχη με την πέτρα και αυτοί; άγρια θηρία, οι άνθρωποι έγιναν ένα με την πέτρα, οι μόνες στιγμές που διασκέδαζαν ήταν στα πανηγύρια τους πού ήταν και πολλά και περίεργα, ιδιόμορφα όπως και η γη τους και η μουσική τους και η φορεσιά τους, όλα ιδιαίτερα διαφορετικά, άγρια όπως και η Όλυμπος, γιατί οι Ολιμπίτες είναι διαφορετική από τους άλλους Καρπαθιώτες
                                                                          Ένα μουσικό μνημόσυνο στην πλατεία της Ολύμπου
Το βράδυ την παραμονή του πανηγυριού βρεθήκαμε σε ένα από τα αυτοσχέδια γλέντια που γίνονται είτε στην Όλυμπο είτε στο Διαφάνη, αυτή τη φορά δύο αδέρφια βρέθηκαν ξανά μαζί μετά από πολλή καιρό, μια και ό μικρότερος μένει μόνιμα στην Αυστραλία, εκείνο το βράδυ είχαν όρεξη να παίξουν, μας είδαν και εμάς ορεξάτους να ακούσουμε τη μουσική τούς και βγάλανε τα όργανα, πριν ξεκινήσουν ο μικρότερος γυρίζει προς το μέρος μας, “έχω να την πιάσω τη λύρα δύο χρόνια, όσα χρόνια έχουμε χάσει τον πατέρα μας, αυτή τη λύρα εκείνος την έχει φτιάξει” και μας τη δείχνει χαϊδεύοντας εκείνο το μικρό όμορφο όργανο, άρχισαν σιγά σιγά να χτυπούν τις χορδές της λύρας και του λαούτου, τα στιχάκια αυτοσχέδια, τις στιγμής, πυγαία με φαντασία, έτσι που να μην θυμίζουν κανένα προηγούμενο γλέντι που είχαν κάνει, κάποια στιγμή ο μουσικός Ρυθμός πέφτει, ο λυράρης έχει σκύψει επάνω στην λύρα του και σιγοκλαίει, το δάκρυ κορόμηλο, με αργές δοξαριές παίζει τη λύρα και φτιάχνει στιχάκια που περιγράφουν τις χάρες του πατέρα τούς, ο ένας λέει το στιχάκι και όλοι μαζί το επαναλαμβάνουμε, οποίος μπορεί πλέκει τα δικά του πάνω στο θέμα που έχει ανοίξει, όλοι έχουμε καταλάβει την διάθεση των αδερφών να ανοίξουν την καρδιά τούς σε κοινή θέα και να μας αποκαλύψουν τη θλίψη τους σε όλοι τη παρέα για τον θάνατο του πατέρα τούς.

Η μουσική παίζει τον ρόλο της βοηθώντας να επενδύσουν ηχητικά τα στιχάκια τούς, όλοι γύρω τους αμίλητοι, βουβή, σχεδόν δακρυσμένοι συμμετείχαμε στον πόνο τους, κανείς δεν μιλά, δεν θέλει να φύγει η να πει κάτι, αυτό το ιδιόμορφο μοιρολόι συνεχίζεται και οι μουσικοί φέρνουν στην μνήμη τούς και άλλους γλεντιστάδες που θα ήθελαν απόψε να είναι μαζί τους αλλά έχουν φύγει και τους βλέπουν από εκεί ψηλά όπως λένε τα αδέρφια, για πρώτη φορά στην ζωή μου συμμετείχα σε ανά τέτοιο μοιρολόι, σε μια κατάθεση ψυχής με την συνοδεία λύρας και λαούτου χωρίς να το θέλω δακρύζω και συμπάσχω στον πόνο τούς. Μέχρι τώρα ήξερα πώς η μουσική ο ρόλος της ήταν να μας βοηθάει να χαρούμε, να γελάσουμε, να ευφρανθεί η ψυχή μας, όμως εκεί, στην πάνω πλατεία της Ολύμπου έμαθα πως η μουσική μπορεί να σε κάνει να κλάψεις, να εξιλεωθείς, να ανοίξεις την ψυχή σου ναι έτσι να ξελαφρώσεις όπως έκαναν εκεί στην Όλυμπο τα δύο αδέρφια, αυτό έγινε στην Όλυμπο εκείνη την βραδιά και ήταν ένα προμήνυμα για το τη θα δούμε την επόμενη στο πανηγύρι τής Βρουκούντας.

Η κατάβαση στην Βρουκούντα αρχίζει από την Αυλώνα
Η ψυχολογική προετοιμασία είχε αρχίσει εδώ και μέρες, “θα πάμε στην Βρουκούντα με τα πόδια” το σημείο δηλαδή που θα γίνει το πανηγύρι, άλλωστε δεν είναι πρώτη φορά που πηγαίνουμε με τα πόδια σε κάποιο μέρος γιατί να μην πάμε και εκεί, έτσι λοιπόν από τις 3 το απόγευμα ξεκινήσαμε την κατάβαση ξεκινώντας από την Αυλώνα, το σημείο εκκίνησης, στην Αυλώνα ήταν τα κτήματα της Ολύμπου κάτι σαν κάμπος, μόνο που εμείς βλέπαμε περισσότερο πέτρες παρά χώμα, όλοι αναρωτιόμασταν που φυτεύανε αυτοί οι άνθρωποι, “φυτεύαμε κάθε σπιθαμή γης Κώστα κάθε εκατοστό που βρίσκαμε” μας έλεγε ένας φίλος Ολυμπίτης ο κυρ Γιάννης, σήμερα στην Αυλώνα βρίσκονται τα αγροτόσπιτα που μερικοί τα έχουν μετατρέψει σε μόνιμες κατοικίες.
Στην Αυλώνα βρισκόμασταν απόγευμα, μέσα στο σακίδιο είχαμε ρουχισμό για την νύχτα, υπνόσακο, καριμαρ για να μην μας τρυπήσουν τα πλευρά οι πέτρες, νερό και λίγο φαγητό, άφησα τη μηχανή στον ξερότοπο του χωριού Αυλώνα και ξεκινήσαμε το μονοπάτι, χωρίς ανηφόρες και δυσκολίες και από πέτρα σε πέτρα φτάσαμε στα μισά της διαδρομής, ένας τεράστιος βράχος και ένα πλάτωμα για λίγη ξεκούραση, τέσσερα νεαρά παιδιά ξυπόλητη κατεβαίνουν μαζί μας “το έχουμε κάνει τάμα να κατέβουμε στη χάρη του ξυπόλητοι” τι να πει κανείς υπάρχουν και σήμερα τέτοιες συνήθειες, σε περίπου μιάμιση ώρα φτάσαμε στην άκρη ενός βράχου λίγα μέτρα πάνω από τη θάλασσα, ρίχνω μια ματιά γύρω μας και δεν υπάρχει ίχνος πράσινο φύλλο, το εκκλησάκι βρίσκεται σε μια σπηλιά, με λίγη προσπάθεια φτάνω βαθειά στο βράχο προσκυνώ και ανεβαίνω να κάνω ότι έκαναν όσοι έρχονταν στο σημείο του πανηγυριού, να πιάσω ένα μέρος να στρώσω μήπως κοιμηθούμε λίγο το βράδυ, άλλωστε ποιος έχει σήμερα το βράδυ όρεξη για ύπνο; όλοι θέλουμε να είμαστε ξάγρυπνοι, να βλέπουμε και να ακούμε τούς γλεντιστάδες, όπως λέγονται αυτοί που λένε τα στιχάκια και κυριαρχούν στο χορό που θα επακολουθήσει, και αυτό ήταν ένα μεγάλο ερώτημα, τη μορφή θα έχει απόψε το βράδυ το πανηγύρι που θα γίνει στο χοροστάσι.
Είχαμε ακούσει και είχαμε διαβάσει άλλα τόσα για τους χορούς της Καρπάθου, όλα αυτά τα είχαμε συγχυσμένα στο κεφάλι μας, έτσι ζητήσαμε από τον φίλο τον Γιάννη και τσαμπουνιέρη της σημερινής βραδιάς να μας ενημερώσει, “στην αρχή θα αρχίσουμε με αυτοσχέδια στιχάκια μετά θα περάσουμε στην συρματικά τραγούδια και θα συνεχίσουμε με τον κάτω χορό, και θα εξελιχθεί στον επάνω χορό, με αυτό τον χορό θα φτάσουμε σχεδόν μέχρι το πρωί που θα συνεχίσουμε με καλαματιανά ξημερώματα”. Τώρα τι ήταν ο πάνω και τη ο κάτω χορός ούτε ξέραμε και ούτε είχαμε ξανά δει, όλα μας ήταν άγνωστα και καινούργια μα ας έχουμε υπομονή και θα δούμε τα πράγματα να εξελίσσονται μπροστά μας ζωντανά.
Ένα πολύχρωμο πλήθος από κουβέρτες Sleepy Bath σεντόνια πανωσέντονο μαξιλάρες είχε γεμίσει όλες τις πλαγιές των βράχων, όπου έβλεπε το μάτι σου παντού είχαν κατασκηνώσει οι προσκυνητές – παρατηρητές – φωτογράφοι – τουρίστες και κάθε λογής περίεργοι για να δουν και αυτοί αυτό το περίεργο πανηγύρι, και όλοι τους με διάθεση να μείνουν μέχρι τα ξημερώματα ξάγρυπνοι.
Το πανηγύρι αρχίζει
Η δοξολογία τελείωσε και ο παπάς κάθισε μαζί με τους πιστούς στο χοροστάσι που τώρα ήταν γεμάτο από τραπέζια και πάγκους, οι πιστοί έτρωγαν το φαγητό που είχε σερβιριστεί, ο παππάς και οι αρχηγλεντιστές έχουν πιάσει το κεντρικό τραπέζι μαζί με τους μουσικούς και αρχίζουν τα στιχάκια και τις αυτοσχέδιες μαντινάδες τις στιγμής, την πρωτοβουλία την έχει ο παππάς και απαγγέλει στίχους από ακριτικά τραγούδια που τα επαναλαμβάνουμε όλοι μας, αυτή η φάση του γλεντιού δεν κράτησε πολλή και αναλαμβάνουν ρόλο τα όργανα ξεκινώντας με τα συρματικά τραγούδια όπως τα λένε, όλοι παρακολουθούσαν με ενδιαφέρων αυτό που γινόταν στο κεντρικό τραπέζι, με τους γλεντιστάδες να δημιουργούν στιχάκια στη στιγμή, είναι αλήθεια ότι τα στιχάκια είναι στην Ολυμπίτικη διάλεκτο έτσι που δυσκόλευε πολλή να γίνουν κατανοητά από τους φιλοξενούμενους του πανηγυριού κάτι που δυσκόλευε και μας να τα επαναλάβουμε.
Η ορχήστρα αποτελείται από ένα λαούτο μία λύρα και την τσαμπούνα του Γιάννη, για μια στιγμή τα όργανα ανέβηκαν επάνω σε ένα τραπέζι έτσι που να ακούγονται και να φαίνονται από όλο το χοροστάσι. Από νωρίς τα κορίτσια άρχισαν να στολίζονται και να φορούν της τοπικές τους φορεσιές, με την βοήθεια είτε της γιαγιάς τους οι νεώτερες είτε και της μητέρας τους, πολύχρωμες, φανταχτερές, εντυπωσιακές στολές, να λαμπυρίζουν στα φώτα και να αστράφτουν τα φλουριά που ήταν κρεμασμένα, κεντίδια περίτεχνα και στολίδια παντού, γυαλιστερές και πεντακάθαρες οι φορεσιές, γέμισε το χοροστάσι χρώμα, τα στολισμένα κορίτσια, όλες τους σε ομάδες και παρέες περίμεναν την σειρά τους για να μπουν στο χορό, ακούγαμε διαλόγους μεταξύ τους που μας εντυπωσίαζε “ ήρθα από Αμερική για να χορέψω στο πανηγύρι το ξέρεις;” λίγο πιο κάτω μια μικρούλα κάνει τις τελευταίες της διορθώσεις στην στολή της και συζητά σε έντονο ύφος με την γιαγιά της, “γιαγιά ντύθηκα για να χορέψω και όχι να κάθομαι και να βλέπω το ακούς;”.
Χωρίς να το καταλάβουμε τα όργανα άρχισαν να βαρούν το σκοπό του κάτω χορού, ο Γιάννης και οι άλλοι μουσικοί συνέχιζαν να παίζουν απαλά χωρίς ιδιαίτερη ένταση, κάποια στιγμή ο Μάριος μου κάνει σινιάλο να κοιτάξω πίσω μου, γυρίζω και βλέπω έναν Ολυμπίτη με τέσσερα κορίτσια με της στολές τους να χορεύουν στον αργό ρυθμό του κάτω χορού ακολουθώντας τα βήματα του πρωτοχωρευτή της βραδιάς, με αυτόν τον αργό ρυθμό αυτή η ομάδα των χορευτών φέρνει βόλτα το χοροστάσι για αρκετή ώρα, όταν κάποια στιγμή ακούμε τον ρυθμό να δυναμώνει και να γίνεται γρήγορος και η ένταση να δυναμώνει, εκείνη την στιγμή ο προτοχορευτής σηκώνει το χέρι του και αρχίζει να λικνίζετε γρηγορότερα, και αρχίσει να κάνει φιγούρες με δυναμικές κινήσεις, τα κορίτσια το ίδιο και αυτά άρχισαν να λικνίζουν το σώμα τους δυνατότερα και πιο ρυθμικά, είναι φανερό πως μπήκαμε στον επάνω χορό.
Ο ρυθμός τις μουσικής έχει αυξηθεί το ίδιο και οι κινήσεις του σώματος των χορευτών, οι μουσικοί εκτός από τον έντονο ρυθμό του οργάνου τους τώρα χτυπάν με το πόδι τους στο τραπέζι που είναι ανεβασμένοι, μετατρέποντας το άθελα τους σε νταούλι, όργανο που δεν έχει η καρπαθιώτηκη μουσική, όμως στην προκειμένη περίπτωση είναι κάτι που βοηθά των συντονισμό μουσικών και χορευτών, ο αρχηγλεντιστής ποτίζει συχνά με σφηνάκια ρακής τους μουσικούς πότε τον έναν και πότε τον άλλον, “πρέπει να κάνουν κεφάλι” όπως λένε για να έρθουν σε κέφι και να το μεταδώσουν με τα όργανα τους και στους χορευτές και στην συνέχεια σε όλο το χοροστάσι, η μουσική μονότονη και ρυθμική επαναλαμβάνει το μουσικό μοτίβο με σκοπό να φτάσει στην έκσταση τους μουσικούς και τους χορευτές, αυτός ο ρυθμός δεν πρέπει να κόψει ούτε δευτερόλεπτο πρέπει να συνεχίζει ασταμάτητα, όταν ένας μουσικός κουράζεται έρχεται αμέσως άλλος να τον αντικαταστήσει χωρίς να διακοπή η μουσική με κανέναν τρόπο.
Οι πρωτοχορευτές είναι μόνο άντρες και ποτέ γυναίκες, κάθε χορευτής έχει μαζί του της γυναίκες της οικογένειας του, άλλοτε τρεις η τέσσερις η δύο, όταν τελειώσει ο αρχιχορευτής κάνει σινιάλο στον τελευταίο άντρα του κύκλου να έρθει μπροστά με τις γυναίκες του, θα χορέψει μία μία τις γυναίκες που έχει στην παρέα του και θα έρθει ο επόμενος, έτσι συνεχίζεται ο χορός μουσικών και χορευτών μέχρι το πρωί, ο Γιάννης φυσά την τσαμπούνα του εδώ και ώρα, έχει ιδρώσει, ποτάμι τρέχει ο ιδρώτας στο μέτωπο του, το ίδιο συμβαίνει και με τα ρούχα του, το πουκάμισο του κολλά επάνω στο ιδρωμένο σώμα του, ένας μικρούλης αναλαμβάνει να τον αντικαταστήσει στην τσαμπούνα και το κάνει με με μεγάλη ικανότητα απ ότι φαίνεται, έχει ένα δυναμικό τρόπο να κτυπά τα πόδια του στο τραπέζι που ανεβάζει την γενικότερη διάθεση σε όλο το χοροστάσι, η έκσταση έχει γενικευτεί, χορευτές και μουσικοί έχουν γίνει ένα, το ρακί ρέει άφθονο και μοιράζεται τώρα πότε στους μουσικούς και πότε στους χορευτές ισόποσα, με τον ρυθμό να συνεχίζει αμείωτα χωρίς σταματημό, με μικρές μόνο ηχητικές αλλαγές όχι του ρυθμού αλλά τις μελωδίας, τόσο ελάχιστες που δύσκολα τις καταλαβαίνει ένας μουσικά αμύητος του ολυμπίτικου μουσικού ιδιώματος.
Με αυτήν την ένταση και τον ρυθμό έχουμε φτάσει ξημερώματα, έχουν αποκάμει πολλοί χορευτές, άνοιξα τα μάτια μου κατά τις πέντε το πρωί και την θέση του πάνω χορού έχουν πάρει τα καλαματιανά, όταν το πρωί ξύπνησα η μουσική είχε σταματήσει.
Η πρωινή δοξολογία τελείωσε και μοιράστηκε η ρεβιθάδα με λίγο καρπούζι και στο τέλος οι λουκουμάδες, η φίλη Ουρανία “διψούσε” για χορό και ζήτησε από τον πρωτογλεντιστής “μήπως θα μπορούσαν να κάνουμε και σήμερα ένα χορό, έστω συρματικό” είχε την κρυφή διάθεση να συμμετέχει έστω και λίγο και εκείνη στο χορό, μια και κανείς μας δεν μπόρεσε να μπει έστω και λίγο χτες το βράδυ, πράγματι έγινε ένας χορός που κράτησε λίγο μια και οι περισσότεροι μουσικοί είχαν φύγει και οι προσκυνητές οι περισσότεροι ήταν ξενυχτισμένοι από ολονύχτιο γλέντιαπόγευμα αποχαιρετίσαμε την Βουρκούντα και ξεκινήσαμε την βασανιστική ανάβαση μεσημεριάτικα μια και όλοι είχαν φύγει, μέσα στο λιοπύρι και μες στον καυτό ήλιο και την πέτρα να ζεματά ανηφορίζουμε για την Αυλώνα αφήνοντας πίσω μας τον ξερό βράχο με τις εγκαταστάσεις που θα ξανά ζωντανέψουν τον επόμενό χρόνο, ανεβαίνουμε προς το χωριό Αυλώνα ιδρωμένοι και κουρασμένη από το ξενύχτη αλλά γεμάτοι εικόνες και συναισθήματα υπέροχα, για ένα πανηγύρι τελείως διαφορετικό από αυτά που γνωρίζαμε μέχρι τώρα.
Την επόμενη ημέρα είμαστε καλεσμένοι στο σπίτι της οικογένειας Τσαμπανάκη έτσι για ένα καφέ που εξελίχθηκε σε ολοκληρωμένο πρωινό και φιλική κουβέντα, “πώς σας φάνηκε το πανηγύρι;” ήταν το ερώτημα του Γιάννη και της Ειρήνης, αρχίσαμε να ρωτάμε όλοι μας σαν μικρά παιδιά, σαν μαθητούδια, θέλαμε να μάθουμε για όλα, για την ηθική τους, για της σχέσεις μεταξύ των γονέων με τα παιδιά, για αυτό, για εκείνο, για τα πάντα, τη να μας πρωτοπεί; και να μας εξηγήσει; το γενικό συμπέρασμα ήταν πως με μια επίσκεψη στην Όλυμπο της Κάρπαθου δεν ήταν δυνατόν να μάθουμε και να καταλάβουμε ένα κόσμο διαφορετικό από αυτόν που μεγαλώσαμε εμείς, πρέπει να ξανά έρθουμε, φύγαμε με την αίσθηση πως έχουμε αφήσει πολλά μέτωπα ανοιχτά με την Όλυμπο και πρέπει να ξαναβρεθούμε του χρόνου.
Όλες οι φωτογραφίες εδώ
όλα τα video είναι εδώ 
Κώστας Στουμπιάδης 1/9/18

Reader's opinions

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *



Current track

Title

Artist