Χρόνο Γράφημα του Μιχάλη Ε. Μακριμανωλη:Αυλώνα !!!! ( Ο Μάης στην Όλυμπο , είναι όλο το Θέρος !!! ) Τριανταένα χρόνια πρίν φύγει ο δέκατος ένατος αιώνας … Στην οφλέα της Αποκάμωσης.

Written by on 08/06/2021

ΣΤΑ ΟΜΠΑ ΤΗΣ ΑΧΩΡΝΤΕΑΣ…

Αυλώνα …
Μάης … ( Ο Μάης στην Όλυμπο , είναι όλο το Θέρος !!! )
Τριανταένα χρόνια πρίν φύγει ο δέκατος ένατος αιώνας …
Στην οφλέα της Αποκάμωσης …
<< Σηκωθείτε παιάκια μου πάνω …Σηκωθείτε καλά μου παιάκια να πάμε να θερίσομε το σιτάρι στην Αχωρντέα , να ξεγνοιάσομε πλέα από τ’ αλάργκου… >>
<< Καλέ Μαμά , αφού είναι ακόμη σκουτούι … Η αραμά στο παλαθύρι γέ φαίνεται…>>
<< Σηκωθείτε χρουσά μου παιάκια κι όμπαες θε να ξαπροάλει κι ο Ήλιος… Εν ακούετε τον πετεινό της κουμπάρας της Μαρούκλας ; Εξημέρωσεεεεεεε φωνάντζεi !!! >>
<< Καλέ , αυτός κουκκουρίντζει όλη την νύχτα… έ βουένεται καθέλου !!! >>
<< Και πού τον ακούεις εσού , που κοιμάσαι του καλού καιρού , έ ; Μαμά , πάω να φέρω το μουλάρι να το σαμαρώσω …Θα το πάρομε και το πρόατο ; >>
<< Θα το πάρομε καλό μου παιί , θα το πάρομε !!! >>
<< Θα εμώσω τις πούγκες μου κεράκια και ασκάγια , απού του ρέσου !!! >>
<< Θα του ‘ώκεις τίποτε να φάει τούτη τη φορέα για θα σου ρκινήσει πάλι τις κουτλές και θα κατσουκλώσεις στην πάνω μερέα της συκίας ; >>
<<Πάω να βράσω τα τρουφτούγια να ‘νεμπουκιστούμε μόνο σαλεύγκετε και μην είναι η ουλειά σας ν’ ανεκαβέρετε… >>
<< Καλέ Μαμά , εν τον ακούεις ; Λέει πως φοούμαι το πρόατο…>>
<< Είπα γιώ πως το φοάσαι ; Εγιώ είπα πως το τρέμεις !!! >>
Η Μαρινία , έτσι την έλεγαν την μητέρα των παιδιών , όταν ήταν μόνη ξυπνούσε από τα βαθιά χαράματα αλλά ξεκινούσε για τις δουλειές της σχεδόν μέρα … Από μικρή , είχε αυτόν τον φόβο μέσα της , καθώς άκουγε τους μεγάλους να διηγούνται τρομακτικές ιστορίες με σφαντάματα , μπαούρους , με αναράες και νιννία … με κακές ώρες και με τρίστρατα και δεν μπόρεσε ποτέ να τον ξεπεράσει…Όταν όμως είχε παρέα , έπαιρνε θάρρος και ξεκινούσε για τις << ερημοουλίες…>> όπω τις έλεγε , σχεδόν νύχτα …Τώρα ένιωθε ότι πετούσε από την χαρά της που έφευγε πρώτη ( έτσι τουλάχιστον νόμιζε …) απ’ όλους , για τα χωράφια της !!! Κι αλήθεια , ήταν σαν να πετούσε αφού τα παιδιά της την ανέβασαν με το ζόρι στο Μουλάρι…Εντρέπετο λέει νά’ναι αυτή καλληκεμένη και να πορπατού τα παιά της… Τώρα , μπρός ο μεγάλος κρατώντας το καπίστρι , για καλό και για κακό … και πίσω ο μικρός με το φιλαράκι του το πρόβατο , πηγαίνουν στην Αχωρντέα …
Άφησαν πίσω τους τους σταύλους , πέρασαν τα Κορφάσια , πέρασαν τις Πλατές Στράτες και τώρα άρχισαν να ανεβαίνουν τα πέτρινα σκαλοπάτια προς τον Μάκελλο… Ένα απαλό αεράκι ανηφόρισε από τον ποταμό του Λέβα , φορτωμένο με πελαγίσια αρμύρα και λιβάνι … Μάλλον κάποιος κατέβηκε στην αλική και πέρασε από τον Ερημίτη και από την Αγία Μαρίνα , να τους ανάψει και να τους θυμιάσει … Ο Ουρανός είχε χιλιάδες , αμέτρητα , ονειρικά χρώματα … Όλες οι αποχρώσεις του γαλάζιου , του άσπρου , του μωβ , του κόκκινου και του γκρίζου !!! Μαγεία και τούτο το πρωινό , σε τούτον τον απέραντο και ευλογημένο τόπο…Δυό κοράκια έκαναν κύκλους πάνω από το Μιτάτο των κορών του Λεντάκη … Μια αγγελική μελωδία από τσαμπάλλια , σκέπασε τα διαπεραστικά κελαηδίσματα των Κουλιανών … Ο Ήλιος πρέπει να’ χε ανεσύρει από το Καρπάθιο και να είχε πάρει τ΄ανηφόρι , αλλά ακόμα να φανεί πάνω από τα μερωμένα ουνιά …
<< Χάλα … χάλα όξω !!! >>
<< Μαμά , ένας Άθθρωπος έρκεται με το μουλάρι φουρτωμένο αγροφακκές…>>
<< Είατους παιί μου , εία τους …>>
<< Καλημέρα Μιχαλή !!! >>
<< Καλημέρα…
Έ Μαρινία , που τα παίρεις καλέ τα παιία με τούτην εά την ημέρα ; >>
<< Θωρώ τη Μιχαλή μας και γιώ , αμμέ τα να κάμω απού μας κυνηού οι πελάες κι οι ουλίες…>>
<< Οι πελάες κι οι ουλείες , γέν αποκάμνου … Στρέψετε , στρέψετε και πάτε άλλη ημέρα … >>
<< Ας υπήομε εά και… λέεις μάφε να μην ααντζάρει κανένα ανέφαλο ; >>
Έφτασαν στο χωράφι , κρέμασαν τα φαγητά στην μεγάλη Χαρκίτικη συκιά της ομπασιάς , για να μην τα πιάσουν οι κνίπες και έπιασαν τα δραπάνια …
Τούτο το χωράφι , ήταν λέει το πρώτο χωράφι στα δικά μας μέρη που θυτεύτηκε με συκίες …Τις είχε φέρει λέει κρουφά από την Ανατολή ο προπάππους της Μαρινίας , ο Κωστής ο Μαστρομιχάλης … Είκοσι διαφορετικές συκίες γύρω γύρω από το χωράφι και στην μέση είχε βάλει τον έλλοθθα… Και κουάλει λέει το νερό από την Απόλλωνα , να τα ποτίντζει… Τώρα έχουν απομείνει λίγες εδώ και κεί και στην μέση έχει μιά μικρούλα …Τα σύκα της είναι μικρά , μαύρα απ’ έξω , κόκκινα από μέσα και γλυκά σαν το μέλι …Κουνελά’ι’κα τα λέου…
Το σιτάρι ήταν πρώτο μπό’ι’ … εγιάαινε πάνω από τον τοίχο του χωραφίου !!! Μιά ορθογώνια , γαληνεμένη , χρυσοκίτρινη λίμνη… Έτσι έμοιαζε φέτος το χωράφι της Μαρινίας…
<< Αγάντα παιάκια μου , αγάντα … Βέστρα χέρια , να το κοντέψομε πριν απροάλει ο Ήλιος … Να τα κάμνομε μεάλες βουνές … >>
<< Καλέ Μαμά , να μην σακκιάντζω ; Γιατίνα τις εφέρναμε τις σάκκες ; >>
<< … και σαν αποκάμομε με το καλό , θα φέρομε κι άλλα δυό χτήματα να τα κουαλήσομε μονημερίς !!! >>
<< Εντάξει , θα τα κουαλήσομε όλα μαντζί… Και πρίν έχομε πάλι φωνές και κλάματα , εσένα τα λέω με το ψάθινο καπέλο , πάρε τούτο ά το σιρίττι να το έσεις στο μικρό σου αχτυλάκι … Λίγες σιταρές να πιάννεις , να λυγίντζεις λίγο το χεράκι σου προς τα μπρός ,για να μην κόβγκεσαι…Πόσες φορές θα σου τα πω…>>
Η Μάνα στην μνιά βάντα και τα παιδιά στα ντζερβά της αργκατέρου με τον χρόνο… Δυο τρεις φορές , κάτι πήγε να πει ο μικρός αλλά ένα βλέμμα του αδερφού του ήταν αρκετό για να τον σταματήσει… Χωρίς ν’ανεκεφαλήσου και αμίλητοι , πήγαν μέχρι την ανεουνάρα ( στα μισά του χωραφίου ) και ξαναγύρισαν δυό φορές… Στην τρίτη , πήγαν μέχρι τα μισά και πρόβαλε ο ζωοδότης Ήλιος… Σκόρπισε τις λαμπερές και ζεματιστες αχτίνες του παντού … Δεν πέρασε ένας Πατερημών και μιά λόχχη απλώθηκε παντού… Τα τζιζίκια , με το που ζεστάθηκαν λίγο άρχισαν τα << συρματικά…>> Η Μαρινία κοιτάξε ψηλά , πρός τις Καμάρες ανήσυχη…
<< Και τα γεν ήκουα του Μιχαλή εγιώ και μόνο…>> ψιθύρισε χαμηλόφωνα για να μην την ακούσουν τα παιδιά… Ο Γιάννης , άκουσε το μουρμουρητό και κατάλαβε πως κάτι δεν πήγαινε καλά …
<< Καλέ Μαμά , τάν έχεις ; >>
<<Ταν έχω ά καλό μου παιί …Είπε μας ο Άθρωπος να στρέψομε και γιώ έν τού’κουσα και σας ήφερα στο καμίνι…Ελάτε παιάκια μου ογιά από κάτω στην συκία να ‘νεμπουκιστούμε και να ούμε τα θέ να ενούμε… >>
<< Καλέ Μαμά , το νερό στο παγούρι είναι χλιαρό…>> είπε ο μικρός που δοκίμασε να πιεί μιά γουλιά…
<< Και που να ώκω και που να πάρω , εγιώ και μόνο …>>
<< Θα πεταχτώ στο Τσουλλί καλέ Μαμά να το εμώσω με κρύο νερό …μην στενοχωριέσαι !!! >>
<< Τα λέεις παιί μου Αννή ; Που θέ να … Που γιάει παιάκια μου το πρόατο ; Ψί νααα , ψί ναααα !!!
Κατέα παιί μου Αννή από τον τοίχο να μην ξεφουντώσει και σκιντζοκαφκαλιαστείς , κατέα !!! >>
<< Μαμά , Μαμά , ογιά μέσα στο κελλί είναι καλέ , σκάφει το χώμα με τα πόγια του κι ήκαμε ένα μεάλο λάκκο … >>
<< Έλα παιί μου Αννή να πάμε να κα’ί’σομε στο κελί και μείς , έλα…>>
<< Πάτε εσείς και θάρτω σε λίγ…έρκομαι , έρκομαι !!! >>
<< Ετυχώς απού γιάει το Κουλλιό στο χωριό να μην φάει κι αυτή τούτη εά την καψουρίνα …>>
<< Εκείνη στα όμπα του φούρνου και μείς στα όμπα της Αχωρντέας…Και τα γε ήκουα του χιλιάκριου Αθθρώπου η χιλιοκακομοίρα…Ο Θεός με φώτισε σκιά και κούρεψα το κακόμοιρο το πρόατο … Φέρε παιί μου Αννή το τουβρά να καθερίσω τα αγγούρια και να άλομε τα φύλλα τω στις κούτλες μας … Ανελά’ι’ ο κόσμος … Και τις ηξέει και το χτήμα …>>
<< Εία το καλέ Μαμά , εία το …Κάτω από την συκία του καντούνου είναι σταλησμένο …>>
<< Και τα γε ήκουα του χιλιάκριου Αθθρώπου , η χιλιοκακομοίρα…>>
<< Καλέ Μαμά όταν σού’ πε , που μας παίρεις με τούτη εά την ημέρα , εθάρου πως ήτο μεθυσμένος … Τώρα καταλαβαίνω…>>
( Τον Μιχάλη τον Κωστάκη , θα είχαμε την ΤΥΧΗ να τον γνωρίσουμε πολύ καλά , μετά από λίγους Μάηδες στην << πρώτη ξενιτιά …>> στο Απέρι… Αρκετά Σαββατόβραδα φεύγαμε από την Βαλαντού και πηγαίναμε στο σπιτάκι τους εκεί στον Άγιο Βασίλη , που έμεναν με τον φίλο μας , τον γιό του Αντώνη . Και κάθε φορά , μόλις μας αντίκριζε , έβαζε τέσσερα πιάτα πάνω στο τραπεζάκι… Άνθρωπος σοβαρός , τίμιος , με γνώση και σεβασμό για τον τόπο…Υπέρμαχος αγωνιστής και συνεχιστής του ΗΘΟΥΣ και των ΑΞΙΩΝ !!! Ο ίδιος ο τόπος , όπως όλοι της γενιάς του , της περήφανης ΠΑΛΙΑΣ ΦΡΟΥΡΑΣ … Αυτή η γενιά που τα έζησε και τα είδε ΟΛΑ… Όλα όμως !!! Μας παράστενε ιστορίες με τον δικό του μοναδικό τρόπο και μας μάγευε… Μέσα από τα λόγια του γνωρίσαμε τον τόπο μας καλύτερα και τον αγαπήσαμε με όλη μας την ΨΥΧΗ !!! Γνωρίσαμε Ανθρώπους που τον βοήθησαν να επιβιώσει και να ξεχωρίσει από όλους τους άλλος τόπους… Γνωρίσαμε και τον Παππού μας τον Μηνά και την Γιαγιά μας την Σοφίλλα , που έφυγαν … όταν εμείς ακόμα είμασταν πολύ μικροί…Γνωρίσαμε πολλά και μέσα από τα λόγια του , γνωρίσαμε και τον απατό του… Εγώ ειδικά , τον κοιτούσα κατάμματα και ρουφούσα την κάθε του λέξη… Μας σουριάνιζε σε μαγικές Ανατολές και σε ακόμη πιό μαγικά σκιμοραντίσματα , όπως τα σκιμοραντίσματα που έβλεπε κάθε βράδυ από την αυλή του σπιτιού του εκεί στην Όξω Καμάρα… )
<< Έν εθυμούμαι παιάκια μου άλλη κάψα σαν τούτη εά… Έ Άη μου Γιώργκη απού’ σαι πέρα βάντα , έ Παλιαρμώτη μου , έ Α’ι’οί όλου του κόσμου …έ μας βοηθάτε σήμερο ; Εχάθησα , εσκιντζαμώθησα και τα ρημάγια , τα ρημοσκότεινα τ’ ανέφαλα … Και πως θέ να περάσει ετούτη η μέρα …>>
Αλήθεια εκείνη η μέρα , που μας φάνηκε αιώνας , έμεινε χαραγμένη βαθιά μέσα μας … Έχουν περάσει πάνω από πενήντα Μάηδες , αλλά δεν λέει να ξεχαστεί…Κάθε φορά που παραπονιούνται τα παιδιά για τον Ήλιο που καίει , των λέμε την ιστορία με τον Ήλιο που ντζεμάτιντζε … Των λέμε και για το πλιό γλυκό δροσάερο , που μας ενέμενε στον Μάκελλο , και μας εκλούθα μέχρι να πάμε στον σταύλο εκεί στις Κάτω Ρούες… εκείνον τον Μάη του 1969 μ.Χ.

*Φωτο : Ιωάννης Εμμ. Μακρυμανώλης ** Αναδημοσίευση από την εφημερίδα μας , ” ΟΛΥΜΠΟΣ ” αρ. Φυλλ.
…Στις ΙΕΡΕΣ ΜΝΗΜΕΣ …
***Με Πατριωτικούς χαιρετισμούς , στους ΗΝΕΜΟΕΣΣΙΤΕΣ όλης της γής…


Reader's opinions

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *



Current track

Title

Artist